Χαλκιδικής, νομός

Νομός που καλύπτει το έδαφος της ομώνυμης χερσονήσου της κεντρικής Μακεδονίας. Στον νομό δεν υπάγεται η περιοχή του Άθω (Άγιον Όρος), ο οποίος συνορεύει στα Β με τον νομό Θεσσαλονίκης, ενώ από τις 3 άλλες πλευρές του βρέχεται από το Αιγαίο. Ο νομός X. έχει έκταση 2.945 τ. χλμ. Πρωτεύουσα είναι ο Πολύγυρος. Διοικητικά ο νομός χωρίζεται σε 2 επαρχίες: Αρναίας (792 τ. χλμ.,), στο ανατολικό τμήμα με πρωτεύουσα την Αρναία και Χαλκιδικής (2.153 τ. χλμ.) στο δυτικό τμήμα με πρωτεύουσα τον Πολύγυρο. Γεωγραφικά, τμήμα του νομού X. αποτελεί και το Άγιον Όρος. Μορφολογία, υδρογραφία, κλίμα. Το ανάγλυφο του νομού X. διαμορφώνεται από μια ορεινή ή ημιορεινή ζώνη που περιλαμβάνει μέρος του βόρειου και του κεντρικού τμήματος. Στο βόρειο τμήμα του νομού απολήγει ο Χορτιάτης με την κορυφή Αδριανό (1.009 μ.), ενώ στο κέντρο περίπου της χερσονήσου υψώνεται ο κατάφυτος Χολομώντας ή Υψίζωνος (1.165 μ.), το κύριο βουνό της X., αρκετά εκτεταμένο και με αρκετές δευτερεύουσες κορυφές (Σταυρού Τούμπα 938 μ., Πτούνι 909 μ., Λιαρίγκοβα 821 μ. κ.ά.). ΒΑ βρίσκεται το επίσης κατάφυτο Στρατονικό (820 μ.), που απολήγει, με βορειοδυτική προς νοτιοανατολική κατεύθυνση, έως τον Στρυμονικό κόλπο (ακρωτήριο Ελεύθερου). Μεταξύ Χολομώντα και Στρατονικού υψώνεται το Καστέλι (913 μ.). Στη χερσόνησο του Αγίου Όρους, στο νότιο άκρο της, υψώνεται ο Άθως (2.033 μ.) και στη χερσόνησο της Σιθωνίας, στο κέντρο της, βρίσκεται ο Ίταμος (753 μ.). Χαρακτηριστικό των βουνών της X. είναι τα πολλά δάση: το μισό σχεδόν έδαφος του νομού καλύπτεται από δάση. Αξιόλογα υδάτινα ρεύματα δεν έχει η X.· από τον Χολομώντα μόνο ξεκινούν μερικά, περιορισμένα, χείμαρροι μάλλον, όπως τα Βατούνια και Κούντουρα, που εκβάλλουν στον κόλπο της Κασσάνδρας. Χαρακτηριστική είναι η ακτογραμμή της X., με τις 3 γλώσσες της, μικρές χερσονήσους, που σχηματίζει, την Κασσάνδρα Δ, τη Σιθωνία στη μέση και του Αγίου Όρους στα Α, με τους κόλπους της Κασσάνδρα ή Τορωναίο και του Αγίου Όρους ή Σιγγιτικό, που σχηματίζονται ο πρώτος μεταξύ Κασσάνδρας και Σιθωνίας και ο δεύτερος μεταξύ Σιθωνίας και Αγίου Όρους. Στον μυχό σχεδόν του τελευταίου υπάρχουν και μερικά νησάκια, όπως η Αμολιανή, η Διάπορος και άλλα μικρότερα. Ένας ακόμα κλειστός κόλπος, της Ιερισσού ή Ακάνθιος, σχηματίζεται στην ανατολική ακτή, στον Στρυμονικό. Αξιόλογος είναι ο ορυκτός πλούτος της X., κυρίως λευκόλιθος (μεταλλεία Βάβδου, Γερακινής, Αγίας Παρασκευής). Το κλίμα της X. στις παράκτιες περιοχές, και αυτές είναι οι περισσότερες εξαιτίας του μεγάλου οριζόντιου διαμελισμού, είναι εύκρατο· αλλά και στις εσωτερικότερες δεν είναι τραχύ, γιατί φθάνει η ευεργετική επίδραση της θάλασσας. Οικονομία και οικισμοί. Ο νομός X. είναι ο πλέον αραιοκατοικημένος της Μακεδονίας μετά τον νομό Γρεβενών. Η οικονομία του νομού στηρίζεται στη γεωργία, στην εκμετάλλευση του υπόγειου πλούτου και τελευταία και στον τουρισμό. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις καλύπτουν το τρίτο περίπου της επιφάνειας του νομού και από αυτές το ένα όγδοο καταλαμβάνει η ελαιοκαλλιέργεια: ο νομός X. έρχεται πρώτος μεταξύ όλων των νομών της Μακεδονίας, της Θράκης και της Ηπείρου, στην παραγωγή λαδιού και ελιάς. Σημαντική είναι και η παραγωγή σιταριού, από την οποία η μισή αποτελείται από σκληρό σιτάρι καλής ποιότητας κατάλληλο για ζυμαρικά, επίσης η παραγωγή λαχανικών, κρασιού, ζωοκομικών προϊόντων κλπ. Στα ορυχεία και στα μεταλλεία της X. (λευκόλιθος, μαγγάνιο, μεικτά θειούχα, σιδηροπυρίτης, χαλκούχα κλπ.) απασχολείται το δέκατο του συνόλου των απασχολουμένων σε όλα τα μεταλλεία και ορυχεία της χώρας. Ο τουρισμός είναι η πλέον πρόσφατη οικονομική πηγή της X., με τη δημιουργία σημαντικών ξενοδοχειακών και άλλων τουριστικών εγκαταστάσεων. Εκτός από το φυσικό τοπίο, την ανάπτυξη του τουρισμού στη X. ευνοεί η μικρή απόσταση από τη Θεσσαλονίκη και από τον συνοριακό σταθμό εισόδου από τη Γιουγκοσλαβία. Ο νομός X. δεν έχει πολυάνθρωπους οικισμούς· μεγαλύτερος είναι η πρωτεύουσα Πολύγυρος· από τους υπόλοιπους 31 ξεπερνούν τους 1.000 κατ., και από αυτούς σημαντικότεροι είναι τα Νέα Μουδανιά, η Ορμύλια, η Νέα Καλλικράτεια, η Αρναία, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, η Ιερισσός, η Μεγάλη Παναγιά, η Γαλάτιστα, η Κασσάνδρα κ.ά. Συνολικά ο νομός X. έχει 5 δήμους, 69 κοινότητες και 239 οικισμούς. Ιστορία. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους και έως την κλασική ακόμα εποχή, στα βόρεια παράλια του Αιγαίου, έως το Βέρμιο και τον Όλυμπο, κατοικούσαν θρακικά φύλα. Στη X. ήταν εγκατεστημένος ένας κλάδος των Hδωνών θρακών, οι Σιθώνιοι, από τους οποίους πήρε την ονομασία της, Σιθωνία, η κεντρική από τις 3 γλώσσες της X. (ονομάζεται επίσης και Λόγγος)· η δυτική λεγόταν διαδοχικά Φλέγρα, Παλλήνη ή Κασσάνδρεια· η ανατολική, Ακτή και Άθως. Κατά τον 8o αι. π.Χ. άποικοι από τη Χαλκίδα και την Ερέτρια απώθησαν τους Σιθωνίους, κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος των ακτών της χερσονήσου και ίδρυσαν αποικίες, δίνοντας έτσι το όνομα Χαλκιδική σε ολόκληρη τη χερσόνησο. Κατά τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. εποικούν στο βορειοδυτικό τμήμα της X. (που από τότε έγινε γνωστό ως Βοττική) Βοττιαίοι, τους οποίους είχαν απωθήσει από την αρχική κοιτίδα τους (στην περιοχή των Ιχνών και της Πέλλας, Δ του Αξιού) οι Μακεδόνες. Περί το 600 π.Χ. Κορίνθιοι ιδρύουν την Ποτίδαια και Άνδριοι τη Σάνη, την Άκανθο και τη Στάγιρο. Κατά τους περσικούς πολέμους ο Ξέρξης υποχρεώνει τη X. να τον βοηθήσει στην εκστρατεία του εναντίον των Αθηνών· τότε οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν την περσική επικυριαρχία, να συμμετάσχουν στην κατασκευή του ισθμού στη χερσόνησο του Άθω και να δώσουν άνδρες και πλοία στους Πέρσες. Ύστερα όμως από την περσική ήττα στη Σαλαμίνα ακυρώνουν τις συμφωνίες τους με τους Πέρσες και τους διώχνουν από τις πόλεις τους. Έτσι υφίστανται τα αντίποινα των οπισθοφυλακών του Ξέρξη υπό τον Αρτάβαζο, ο οποίος πολιορκεί και καταστρέφει την Όλυνθο. Μετά τους περσικούς πολέμους οι πόλεις της X. συμπεριλαμβάνονται στην Αθηναϊκή Συμμαχία και αναμειγνύονται ενεργά στις ενδοελληνικές πολιτικές αντιθέσεις των Σπαρτιατών και των Αθηναίων (480-432 π.Χ.). Έτσι, με την είσοδο στον Πελοποννησιακό πόλεμο, η X. περνάει στο πολιτικό προσκήνιο. Το 432/1 π.Χ. οι πόλεις της X. επαναστατούν, αποχωρούν από τη συμμαχία, συνασπίζονται υπό την ηγεσία της Ολύνθου και σχηματίζουν το Κοινόν των Χαλκιδέων, συμμαχία που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ομοσπονδίας κρατών της αρχαιότητας: όλα τα μέλη της έχουν κοινούς νόμους και όλοι είναι πολίτες του ίδιου κράτους. Το Κοινόν έκοψε ωραιότατα αργυρά νομίσματα, που κυκλοφορούσαν στην περιοχή της Βαλκανικής, όπου τα μιμήθηκαν, δείγμα της ποικιλόμορφης ακτινοβολίας της X., στη βαρβαρική ενδοχώρα. Κατά τη δεκαετία 390-380 π.Χ. το Κοινόν των Χαλκιδέων είχε τόση δύναμη, ώστε πήρε από τους Μακεδόνες την περιοχή του Ανθεμούντος (γύρω στη Γαλάτιστα και στα Βασιλικά) και για μικρό διάστημα ακόμα και την πρωτεύουσα Πέλλα. Το 328 π.Χ. στα πράγματα της X. επεμβαίνουν οι Σπαρτιάτες, ύστερα από πρόσκληση των Ακανθίων, και το 379 π.Χ. οι Χαλκιδείς γίνονται υποτελείς σύμμαχοι των Σπαρτιατών, σύντομα όμως προσχωρούν στη δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία. Αλλά ορισμένες ενέργειες των Αθηναίων (μεταξύ άλλων η ίδρυση κληρουχίας στην Ποτίδαια, το 362 π.Χ.) τους ανησυχούν και τους οδηγούν τελικά σε συμμαχία με τον Φίλιππο (356 π.Χ.), ο οποίος τους παραχωρεί τον Ανθεμούντα και την Ποτίδαια, από την οποία διώχνει την αθηναϊκή φρουρά. Αργότερα, μαζί με την Όλυνθο, ο Μακεδόνας βασιλιάς θα καταστρέψει και τις άλλες πόλεις του Κοινού των Χαλκιδέων. Από τότε ολόκληρη η χερσόνησος, τμήμα πλέον του μακεδονικού βασιλείου, θα ακολουθήσει την κοινή ιστορική τύχη της Μακεδονίας στα χρόνια του Αλεξάνδρου και στη ρωμαιοκρατία. Αρχαιολογικά δεν έχει ερευνηθεί η X.· μόνο στην Όλυνθο έγιναν συστηματικές ανασκαφές και περιορισμένης έκτασης, λόγω τυχαίων ευρημάτων, σε διάφορα σημεία. Αναφέρονται πάντως πολλές αρχαίες πόλεις της X. Στο βορειοδυτικό τμήμα, υπήρχε ο Ανθεμούς, από τον οποίο η περιοχή ονομαζόταν Ανθεμουσία (μια ίλη ιππικού από την Ανθεμουσία είχε ακολουθήσει τον Αλέξανδρο στην ασιατική εκστρατεία του). Νοτιότερα, υπήρχε η περιοχή Κρουσίς ή Κροσσαίη που άρχιζε από το ακρωτήριο της Αινείας (το σημερινό Μέγα Έμβολον - Καραμπουρνού) και περιλάμβανε τις πόλεις Αίνεια, Σμίλα, Κάμψα, Γίγωνο, κοντά στην Eπανωμή, Λίσας, Κώμβρεια και Λίπαξο. Νοτιότερα ακόμα ήταν η Βοττική, όπου εκτός από την Όλυνθο υπήρχαν οι πόλεις Αντιγόνεια, Σπάρτωλος, Σκώλος και Μίλκωρος. Στη δυτική από τις 3 μικρές χερσονήσους, την Παλλήνη (που προηγουμένως ονομαζόταν Φλέγρα και μετά την ίδρυση της Κασσανδρείας Κασσάνδρα), αναφέρονται, εκτός από την Ποτίδαια, οι πόλεις: Σκύθαι, Άφυτις, όπου υπήρχε το ιερό του Άμμωνα Δία, Νέα Πόλις, Αιγή, Θέραμβος, Σκιώνη, Μένδη, πατρίδα του γλύπτη Παιωνίου, και Σάνη. Στη μεσαία γλώσσα, τη Σιθωνία, που ήταν πυκνοκατοικημένη κατά την αρχαιότητα, σπουδαιότερη πόλη ήταν η Τορώνη, στον Κωφό λιμένα (το σημερινό Πόρτο Κουφό) στην οποία οφείλει το παλαιότερο όνομά του (Τορωναίος) ο κόλπος της Κασσάνδρας. Άλλες πόλεις της Σιθωνίας ήταν από Βορρά προς Νότο στην ανατολική ακτή η Φύσκελλα, που αναφέρεται μόνο από Ρωμαίους συγγραφείς, η Παρθενόπολις και η Γαληψός, και στην ανατολική ακτή η Άσσα, η Πίλωρος, η Σίγγος, στην οποία οφείλει την ονομασία του (Σιγγιτικός) ο κόλπος του Αγίου Όρους, η Σάρτη, η Άμπελος κ.ά. Στη χερσόνησο του Άθω υπήρχαν η Σάνη, κοντά στον ισθμό, όπου ο αδελφός του Κασσάνδρου Αλέξανδρος έχτισε την Ουρανούπολη, το Δίον, η Ολόφυξος, η Απολλωνία, οι Κλεωναί, η Θύσσος, το Ακρόθωον κ.ά. Στο εσωτερικό της X. αναφέρονται η Σερμύλη, κοντά στη σημερινή Ορμύλια, η Απολλωνία, οι Άρναι κ.ά. και στην ανατολική ακτή η Άκανθος, κοντά στην Ιερισσό, η Στρατονίκη, η Στάγιρος (Στάγειρα) κ.ά. Κατά τον Μεσαίωνα, η X. δεν παρουσίασε ιδιαίτερη ιστορική πορεία από την υπόλοιπη κεντρική Μακεδονία. Είναι πάντως αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στη X. οι βαρβαρικές εισβολές, ιδίως οι σλαβικές, είναι σχετικά περιορισμένες και δεν έχουν σοβαρές εθνολογικές επιπτώσεις. Παρ’ όλα αυτά η X. δέχεται και αυτή τα αποτελέσματα της ληστρικής πολιτικής των Φράγκων κυριάρχων (κατά τον 13o αι.) και υφίσταται τις τρομερές επιθέσεις των Καταλανών κατά τη σαρωτική τους πορεία από την Κωνσταντινούπολη προς τη Θεσσαλία και τη νότια Ελλάδα στις αρχές του 14ου αι. Με την ιστορία εξάλλου της X. είναι στενά συνδεδεμένη με τον 9o αι. και εξής η ανάπτυξη της μοναστικής πολιτείας του Αγίου Όρους. Ήδη στην τελευταία περίοδο της βυζαντινής ιστορίας η X. συνδέθηκε στενά με τον Άθω, ιδίως σε θέματα οικονομικά, που τα δημιούργησε η παραχώρηση από τους αυτοκράτορες μεγάλων δασικών και γεωργικών εκτάσεων στις μοναστικές περιουσίες. Η X. πέρασε και αυτή (1364-71), όπως και η υπόλοιπη κεντρική και νότια Μακεδονία, στην επικυριαρχία του Σέρβου διαδόχου του Δουσάν I. Ούγλεση. Στην τελευταία δεκαετία του 14ου αι. αρχίζει η τουρκική κατάκτηση της X., η οποία ολοκληρώνεται –ύστερα από εφήμερη ελληνική ανακατάκτηση (Μανουήλ Παλαιολόγος, 1403)– στα χρόνια του σουλτάνου Μουράτ B’ (γύρω στο 1422). Η πρόσκαιρη εξάλλου βενετική κατοχή της Θεσσαλονίκης δίνει την ευκαιρία στους Βενετούς να επεκτείνουν το 1425 και για μικρό χρονικό διάστημα την κυριαρχία τους σε μερικές πόλεις και τμήματα της X. (Κασσάνδρεια, Ιερισσός). Μετά την παγίωση της τουρκοκρατίας στη Μακεδονία η X. μετατρέπεται, κατά τα τέλη του 15ου αι. και τον 16o αι., σε αληθινό καταφύγιο κατοίκων άλλων περιοχών της Ελλάδας. Εδώ δεν έχουμε τη μαζική μετακίνηση των πληθυσμών προς τα ορεινά. Οι κάτοικοι της περιοχής, προφυλαγμένοι από τον ορεινό όγκο του Χολομώντα, καλλιεργούν τα πεδινά, διατηρούν τις παλιές παραδόσεις και την καθαρότητα του γένους τους. Περισσότερο ασφαλείς - και γι’ αυτό περισσότερο πυκνοκατοικημένες –είναι οι 3 γλώσσες– της χερσονήσου, ιδίως η Κασσάνδρα. Στους ελληνικούς πληθυσμούς που κατέφευγαν στη X. για λόγους ασφαλείας πρέπει να προστεθούν και πλήθος εργατών, Ελλήνων, αλλά και ξένων (Βουλγάρων, Σέρβων, Τούρκων, Αλβανών και Γερμανών ακόμα), οι οποίοι έρχονταν στα μεταλλευτικά κέντρα της X. για να βρουν εργασία. Τέτοια κέντρα –που έδιναν πολλές δυνατότητες οικονομικής δραστηριότητας και στους κατοίκους των γύρω χωριών– υπήρχαν δύο, στα παλιά βυζαντινά μεταλλεία, τα Σιδηρόκαψα (Σιδηροκαύσια, στα τουρκικά Σεντέρ-καπισί), και τα μεταλλεία που βρίσκονταν στο σημερινό Μαντέμ Λάκο (κοντά στη Στρατονίκη, στην κοιλάδα που καταλήγει στη λίμνη Βόλβη). Τα χωριά που ζούσαν από τα μεταλλεία αποτελούσαν ένα είδος συνεργατικής ομοσπονδίας που κατάφερε σιγά σιγά να αποκτήσει κάποια αυτονομία. Κέντρο τους ήταν η Λιαρίγκοβα (Αρναία) ή ο Μαχαλάς. Ως επόπτης της τουρκικής διοίκησης για τον έλεγχο των παραγόμενων ποσοτήτων ήταν τοποθετημένος ο μαντέμ εμίν. Στις αρχές του 19ου αι. τα χωριά, που αποτελούσαν τη δραστήρια αυτή ομάδα, ήταν 12 (Γαλάτιστα, Βάβδος, Ραβνά, Στανός, Βαρβάρα, Λιαρίγκοβα, Νοβοσέλο, Μαχαλάς, Ίσβορος, Χωρούδα, Ρεβινίκια και Ιερισσός). Ανάλογη δραστηριότητα και σχετικά προνόμια είχαν και άλλα 15 τουλάχιστο χωριά της X., τα λεγόμενα Χασικοχώρια. Βρίσκονταν στα νοτιοδυτικά των Μαντεμοχωρίων και πλήρωναν τους φόρους τους όχι στους τοπικούς Τούρκους αγάδες, αλλά κατευθείαν στα αυτοκρατορικά ταμεία (Χαζνέι χασε) της Κωνσταντινούπολης. Για ένα μεγάλο διάστημα και τα χωριά αυτά αποτέλεσαν ομοσπονδία, με δικούς τους τοπικούς άρχοντες (βεκίληδες), οι οποίοι διατηρούσαν υποτυπώδη γραμματεία και εκπροσωπούνταν επίσημα στον Τούρκο αγά της πρωτεύουσάς τους, του Πολύγυρου. Στα τέλη του 18ου αι. ολόκληρη η X., εκτός από τα τουρκικά τσιφλίκια και τα αγιορείτικα μετόχια, ανήκε στη μεγάλη κοινή ομοσπονδία των Μαντεμοχωριτών και των Χασικοχωριτών. Μέσα στα πλαίσια της ομάδας αυτής διακρίνονταν για ένα διάστημα μικρότερες ενότητες χωριών, όπως των χωριών της Κασσάνδρας, που υπάγονταν τυπικά στον Τούρκο βοεβόδα της Βάλτας και ανέπτυσσαν ανάλογη οικονομική δραστηριότητα με τα άλλα χωριά της Χαλκιδικής. Κρίσεις δημιούργησε στα Μαντεμοχώρια ήδη από τα τέλη του 17ου αι. η μείωση της ποσότητας των εξαγόμενων μετάλλων. Αυτό είχε ως συνέπεια την επιβάρυνση των κατοίκων της X. με πρόσθετα οικονομικά βάρη, που τα προτίμησαν από τον περιορισμό των προνομίων τα οποία τους έδινε η συνεταιριστική εργασία στα μεταλλεία τους. Σοβαρό, τέλος, χτύπημα για την αυτονομία τους αποτέλεσε η υπαγωγή, το 1806 των Μαντεμοχωριών και των μεταλλευτικών τους πηγών στη δικαιοδοσία του ισχυρού τοπάρχη των Σερρών, Ισμαήλ μπέη. Μόλις το 1819 οι κάτοικοι κατάφεραν, με ενέργειές τους στην Υψηλή Πύλη, να του αποσπάσουν την εκμετάλλευση των μεταλλείων τους, την οποία θα διατηρήσουν έως το 1821. Η X. δεινοπάθησε αρκετά και από την έντονη πειρατική δραστηριότητα που παρατηρήθηκε στις ακτές της, κυρίως στην Κασσάνδρα, ιδίως κατά τον 18o και 19o αι. Η κατάσταση αυτή έφτασε σε κρίσιμο σημείο κατά την εποχή των τελευταίων βενετοτουρκικών πολέμων και των πρώτων ρωσοτουρκικών. Η πειρατεία στα παράλια της X. θα ξαναγνωρίσει ακόμα μια περίοδο άνθησης κατά τα προεπαναστατικά, αλλά κυρίως κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν οι Bόρειες Σποράδες θα γίνουν αληθινές φωλιές πειρατών και κουρσάρων, Ελλήνων και ξένων. Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821 η X. αρχίζει να αναπτύσσει έντονη συνωμοτική κίνηση με μυήσεις Φιλικών και συγκεντρώσεις όπλων. Αλλά η έναρξη επαναστατικών ενεργειών στη X., που έδωσε το σύνθημα για την Επανάσταση και στην υπόλοιπη κεντρική Μακεδονία, πραγματοποιήθηκε ύστερα από την άφιξη στο Άγιο Όρος του Εμμανουήλ Παπά από τις Σέρρες, ο οποίος, μαζί με τον Κασσανδρινό Χάψα, οδήγησε τους κατοίκους στις εχθροπραξίες, χωρίς όμως να αποφύγει στο τέλος την καταστροφή (Μάρτιος - Οκτώβριος 1821). Μετά την αποτυχία της εξέγερσης της X., πλήθος κατοίκων κατέφυγε στη χερσόνησο της Κασσάνδρας και από εκεί στις Βόρειες Σποράδες, ενώ άλλοι, κυρίως Κασσανδρινοί και Αγιορείτες, συνέχιζαν τη φυγή τους με περιπετειώδη ταξίδια στα νησιά του Αιγαίου και στην Πελοπόννησο. Ύστερα όμως από την εγκατάλειψη της X., οι τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης –και ειδικότερα ο νικητής των Ελλήνων Μεχμέτ Εμίν πασάς– αναγκάστηκαν να φερθούν με επιείκεια πρώτα στους Σιθωνίτες (από τους οποίους αρκέστηκαν να πάρουν τα όπλα και τα κανόνια) και έπειτα στους Κασσανδρινούς. Έτσι άρχισε μερική παλινδρομική κίνηση των προσφύγων της X. από τη νότια Ελλάδα προς την πατρίδα τους. Νέες ωστόσο αναστατώσεις περίμεναν τη X. κατά τις επαναστατικές προσπάθειες στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία το 1854 και το 1878. Ιδιαίτερα το 1878 οι τουρκικές αρχές, ενόψει αποβάσεων εθελοντικών σωμάτων του πολιτικού στρατηγού Κοσμά Δουμπιώτη (1820-1922) στις ακτές της χερσονήσου, πήραν αυστηρά προληπτικά μέτρα εναντίον των κατοίκων για να τους αποθαρρύνουν από επαναστατικές ενέργειες. Η κατάσταση δεν σημείωσε ωστόσο αξιόλογες εξελίξεις έως την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων, οπότε, ύστερα από τις πρώτες ελληνικές επιτυχίες άρχισε γενική εξέγερση των χωριών της X. (7 Οκτωβρίου 1912), κατάλυση των τουρκικών αρχών και επίσημη διακήρυξη της ένωσης της περιοχής με την υπόλοιπη ελληνική πλέον κεντρική Μακεδονία. Το 1922 ο πληθυσμός της X. αυξήθηκε ύστερα από τις αθρόες αφίξεις Μικρασιατών προσφύγων. Οι νέοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στα παράλια και στα μετόχια του Aγίου Όρους, τα οποία πέρασαν σιγά σιγά στα χέρια των κατοίκων. Αρχαίο αγγείο (Μουσείο Θεσσαλονίκης). Χάλκινο κράνος χαλκιδικού τύπου από τη Νέα Σίλατα (Μουσείο Θεσσαλονίκης). Τα αρχαιολογικά μουσεία της Θεσσαλονίκης και του Πολύγυρου έχουν να επιδείξουν εξαίρετα δείγματα κεραμικής της Χαλκιδικής. Το εικονιζόμενο βρίσκεται στο μουσείο Θεσσαλονίκης. Ο βυζαντινός πύργος της Γαλάτιστας. Η μονή Εσφιγμένου στο Άγιο Όρος (φωτ. ΑΠΕ). Το Αμμώνιο είναι από τα σπουδαιότερα μνημεία της Χαλκιδικής και ο μοναδικός αρχαίος ναός της Μακεδονίας. Η Χαλκιδική έχει ακρογιαλιές ασύγκριτες σε φυσική ομορφιά. Χαλκιδική. Άποψη από τον καταφύτο Χολομώντα, του κόλπου του Αγίου Όρους. Χαλκιδική. Το Παλιούρι στη άκρη της χερσονήσου της Κασσάνδρας. Το κάστρο της Τορώνης και ο ερειπιώνας της αρχαίας πόλης είναι ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους της Χαλκιδικής. Μεσαιωνικός πύργος ιδιόμορφης αρχιτεκτονικής στη Νέα Φώκαια. Ν. ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ H Aρναία, στο εσωτερικό της χερσονήσου. Οφείλει το όνομά της στην αρχαία πόλη των Αρνών που αναφέρει ο Θουκυδίδης. Η γραφική Νέα Φώκαια, στην αρχή της χερσονήσου της Κασσάνδρας. Φωτογραφία της Χαλκιδικής από δορυφόρο (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θεσσαλονίκης, νομός — Νομός (3.560 τ. χλμ., 1.057.825 κάτ.) της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Συνορεύει στα Β με τους νομούς Κιλκίς και Σερρών, στα Α βρέχεται από τον κόλπο Ορφανού (Στρυμονικό), στα Ν συνορεύει με τον νομό Χαλκιδικής, ενώ ένα τμήμα του βρέχεται… …   Dictionary of Greek

  • Πέλλας, νομός — Διοικητική διαίρεση της περιφέρειας Kεντρικής Μακεδονίας, στο βορειοδυτικό τμήμα της, που συνορεύει στα Β με τα Σκόπια, στα Α με τους νoμούς Κιλκίς και Θεσσαλονίκης, στα Ν με τους νομούς Ημαθίας και Κοζάνης και στα Δ με τον νομό Φλώρινας. Έχει… …   Dictionary of Greek

  • Liste der Präfekturen Griechenlands — Diese Liste führt die Präfekturen Griechenlands nach den 13 Verwaltungsregionen gegliedert auf. Liste Lage Nr. Verwaltungsregion / Präfektur Fläche Einwohner Stichworte Ostmakedonien und Thrakien Ανατολική Μ …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der ehemaligen Präfekturen Griechenlands — Mit dem Kallikratis Programm und dem entsprechenden Gesetz zur Umstrukturierung der politischen Gliederung Griechenlands wurde die Verwaltungsebene der griechischen Präfekturen (Ez. griechisch nomos νομός) bzw. der ihnen entsprechenden… …   Deutsch Wikipedia

  • Chalkidiki — Περιφερειακή ενότητα Χαλκιδικής   Regional unit   Municipalities of Chalkidiki …   Wikipedia

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Chalkidiki (Präfektur) — Präfektur Chalkidiki Νομός Χαλκιδικής Basisdaten (April 2010)[1] Staat …   Deutsch Wikipedia

  • GR-64 — Präfektur Chalkidiki Νομός Χαλκιδικής Basisdaten Staat: Griechenland …   Deutsch Wikipedia

  • Chalcidique — Nome de Chalcidique (el) Νομός Χαλκιδικής Administration …   Wikipédia en Français

  • Chersonèse Chalcidique — Chalcidique Nome de Chalcidique Νομός Χαλκιδικής Statistiques …   Wikipédia en Français

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.